odigostoupoliti.eu
Το ποσό της κατώτατης σύνταξης χηρείας μετά την αύξηση των κυρίων συντάξεων το 2026 και η απαιτούμενη διάρκεια του γάμου: Από την 1/1/2026 μέσω της αύξησης της Εθνικής Σύνταξης αυξάνεται και η κατώτατη σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου / συνταξιούχου που δικαιούνται ο / η επιζών σύζυγος και τα τέκνα (συντάξεις χηρείας).
Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις θανάτου και μεταβίβασης σύνταξης (σύνταξη χηρείας) από την 1/1/2026 η κατώτατη σύνταξη θα αντιστοιχεί σε 446,87 ευρώ.
Συγκεκριμένα:
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τίθενται σε ισχύ σημαντικές αλλαγές στα κατώτατα όρια των συντάξεων χηρείας, ως αποτέλεσμα της αύξησης της εθνικής σύνταξης κατά 2,4%.
Οι νέες ρυθμίσεις επηρεάζουν άμεσα το ελάχιστο ποσό που δικαιούνται οι επιζώντες ή διαζευγμένοι σύζυγοι, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος, ενώ διατηρούν ειδικές προβλέψεις για περιπτώσεις απασχόλησης ή αναπηρίας.
2) Η εθνική σύνταξη στις συντάξεις χηρείας (λόγω θανάτου) από 1-1-2026 (446,87 ευρώ και 418,94 ευρώ μεικτά)
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4β του ν. 4387/2016, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης (446,87 ευρώ για το 2026), όπως προαναφέραμε.
Αν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος ήταν μικρότερος των 20 ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται μέχρι την 20ετία. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των 15 ετών, το ποσό που δικαιούται ο επιζών ή και ο διαζευγμένος σύζυγος δεν μπορεί να υπολείπεται τού κατώτατου ορίου (των 15 ετών).
Από 1-1-2026, με την αύξηση της εθνικής σύνταξης κατά 2,4%, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, δηλαδή 446,87 ευρώ (μεικτά). Η κατώτατη σύνταξη χηρείας με 15 ή λιγότερα χρόνια ασφάλισης ορίζεται από 1-1-2026 στα 418,94 ευρώ (μεικτά).
Επιπλέον, αναπροσαρμόζεται το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:
| Έτη ασφάλισης θανόντος | Κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου από 1/1/2025 (ευρώ) | Κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου από 1/1/2026 (ευρώ) |
|---|---|---|
| 20 και άνω | 436,40 | 446,87 |
| 19 έτη | 430,95 | 441,29 |
| 18 έτη | 425,49 | 435,70 |
| 17 έτη | 420,04 | 430,12 |
| 16 έτη | 414,58 | 424,52 |
| 15 έτη και λιγότερα | 409,13 | 418,94 |
Ειδικότερα όμως για τις συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη τριετία καταβολής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016, στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται το 70% της σύνταξης για μία τριετία από την πρώτη τού επομένου τού θανάτου μήνα.
Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το 50% της σύνταξης, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων.
Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.
Συνεπώς και οι συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη τριετία καταβολής, καταλαμβάνονται από την αύξηση ύψους 2,4%, λαμβάνοντας υπόψη και την αύξηση του κατώτατου ορίου τής σύνταξης.
Σύνταξη χηρείας: Τι ισχύει για την διάρκεια γάμου. Υποχρεωτική η πενταετής διάρκεια γάμου πριν από τον θάνατο του συνταξιούχου συζύγου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τον επιζώντα σύζυγο (χορήγηση σύνταξης χηρείας). Συγκεκριμένα το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, με απόφασή του, ότι είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η πενταετής διάρκεια γάμου ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης του επιζώντος λόγω θανάτου του συζύγου του
Η απόφαση
ΣτΕ Α 1636/2022
Πρόεδρος : Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος
Κοινωνική ασφάλιση. Σύνταξη λόγω θανάτου. Τέλεση γάμου με συνταξιούχο του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Συνταγματική η κατ’ άρθρο 12 νόμου 3863/2010 προϋπόθεση της 5ετούς διάρκειας έγγαμης συμβίωσης πριν από την επέλευση του θανάτου του συνταξιούχου συζύγου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τον επιζώντα σύζυγο.
1. Με το άρθρο 12 του ν. 3863/2010, οι διατάξεις του οποίου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, διέπουν τη συνταξιοδότηση επιζώντος συζύγου αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος του θανάτου του άλλου συζύγου επήλθε μετά τις 15.7.2010, θεσπίστηκε ως προϋπόθεση για την απονομή σύνταξης στον επιζώντα σύζυγο ασφαλισμένου ή συνταξιούχου κάθε ασφαλιστικού φορέα, άρα και του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, ο γάμος μεταξύ του επιζώντος και του θανόντος συζύγου να έχει τελεστεί τουλάχιστον 3 έτη πριν από την επέλευση του θανάτου, αν ο θανών ήταν εν ενεργεία ασφαλισμένος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αντί 6 μηνών που οριζόταν στην παρ. 7 άρ. 28 α.ν. 1846/1951).
Η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου δεν απαιτείται αν ο θάνατος του αμέσως ασφαλισμένου οφείλεται σε ατύχημα, εργατικό ή μη, ή αν κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε, νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο ή, τέλος, αν η χήρα κατά τον χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διακόπηκε και γεννήθηκε ζων τέκνο.
Αν ο θανών ήταν ήδη συνταξιούχος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, η ελάχιστη διάρκεια γάμου ορίζεται σε τουλάχιστον 5 έτη (αντί 24 μηνών που οριζόταν στην παρ. 7 άρ. 28 α.ν. 1846/1951), εκτός αν κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε, νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο ή, τέλος, αν η χήρα κατά τον χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διακόπηκε και γεννήθηκε ζων τέκνο.
Η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου αποσκοπεί στη διασφάλιση του ασφαλιστικού κεφαλαίου των ασφαλιστικών φορέων και κατ’ επέκταση του συνόλου των ασφαλισμένων και συνταξιούχων τους από δαπάνες που συνδέονται με συντάξεις χορηγούμενες σε πρόσωπα που τελούν γάμο με μοναδικό σκοπό τη συνταξιοδότησή τους μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου συζύγου τους κατά καταστρατήγηση του θεσμού της σύνταξης επιζώντος συζύγου.
Η πενταετία ως ελάχιστη διάρκεια του γάμου αποτελεί πρόσφορο χρονικό περιορισμό για την αποτροπή τέλεσης εικονικών γάμων ή εν γένει γάμων με μοναδικό σκοπό τη μελλοντική συνταξιοδότηση, ο περιορισμός δε αυτός δεν είναι υπέρμετρος ούτε δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τούτο διότι, λαμβάνοντας υπόψη και τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, ιδίως τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό γυναικών που εργάζονται εκτός οικίας αλλά και την αύξηση των διαζυγίων και κατ΄ επέκταση τη μείωση του αριθμού των γάμων που διατηρούνται δια βίου, η πενταετία αποτελεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να δημιουργηθεί και να παγιωθεί μία κατάσταση οικονομικής αλληλεξάρτησης των συζύγων και να διαμορφωθεί ένα οικογενειακό επίπεδο διαβίωσης που χρήζει κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης.
Πέραν τούτου, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπονται εξαιρέσεις από τη συμπλήρωση της πενταετούς έγγαμης συμβίωσης, στην περίπτωση κατά την οποία από μικρής διάρκειας έγγαμη συμβίωση αποκτώνται (είτε με γέννηση είτε με υιοθεσία) παιδιά.
Εξάλλου, από καμία από τις συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις δεν απορρέει υποχρέωση του νομοθέτη να απονέμει κοινωνικοασφαλιστικές παροχές λόγω θανάτου σε κάθε πρόσωπο, με το οποίο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος διατηρεί δεσμούς αγάπης και συντροφικότητας. Περαιτέρω, ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο κατά τη διαμόρφωση του εύρους της έμμεσης κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας που παρέχεται μέσω των δημόσιων φορέων κοινωνικής ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με τον αμέσως ασφαλισμένο, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες και τους διαθέσιμους πόρους των φορέων αυτών. Η επιλογή δε του νομοθέτη να απονείμει με το άρ. 12 του ν. 3863/2010, όπως άλλωστε και με τις προϊσχύσασες διατάξεις, σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου μόνο σε πρόσωπο με το οποίο ο θανών είχε τελέσει γάμο (ή είχε καταρτίσει σύμφωνο συμβίωσης κατ’ άρ. 16 ν. 4387/2016) και όχι σε κάθε πρόσωπο που επικαλείται την ύπαρξη σχέσης με τα χαρακτηριστικά της ελεύθερης ένωσης με τον αποβιώσαντα δεν συνιστά αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος του συμβιούντος σε ελεύθερη ένωση ούτε υποβάθμιση αυτού. Τούτο διότι οι τελούντες σε ελεύθερη ένωση έχουν επιλέξει μία μορφή κοινής ζωής, η οποία, σε αντίθεση προς τον θεσμό του γάμου, δεν διέπεται από συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο ούτε συνιστά δημοσίως διατυπωμένη δέσμευση για την ίδρυση μίας σχέσης με διάρκεια και την ανάληψη αμοιβαίων υποχρεώσεων διατροφής μεταξύ των συντρόφων και συμβολής στις ανάγκες ενός κοινού (συζυγικού – οικογενειακού) οίκου.
Ειδικότερα, ο γάμος παραμένει ένας θεσμός ευρέως αναγνωρισμένος, ο οποίος παρέχει μία ιδιαίτερη νομική ιδιότητα σε εκείνους που τον συνάπτουν, με συνέπεια να παρίσταται δικαιολογημένη η διαφορετική μεταχείριση των έγγαμων και των τελούντων σε ελεύθερη ένωση.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρ. 12 του ν. 3863/2010, κατά το μέρος που διαφοροποιούν τα έγγαμα ζευγάρια από εκείνα που έχουν επιλέξει να συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας. Οι ίδιες διατάξεις δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας ούτε κατά το μέρος με το οποίο διαφοροποιούν τον επιζώντα σύζυγο που τέλεσε γάμο με εργαζόμενο (ασφαλισμένο) από τον επιζώντα σύζυγο που τέλεσε γάμο με συνταξιούχο, δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο κίνδυνος καταστρατηγήσεων των διατάξεων για τη συνταξιοδότηση επιζώντων συζύγων αν οι τελευταίοι τελούν γάμο με συνταξιούχους είναι αυξημένος και, ως εκ τούτου, ούτε οι ανωτέρω κατηγορίες προσώπων τελούν υπό όμοιες ή παρόμοιες συνθήκες.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρ. 12 του ν. 3863/2010, κατά το μέρος που με αυτές τάσσεται η έγγαμη συμβίωση ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και δεν αρκεί η επίκληση και απόδειξη συμβίωσης σε ελεύθερη ένωση δεν αντίκειται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρ. 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ν. 1426/1984), 10 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα (ν. 1532/1985) και 23 παρ. 1 και 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997).
2. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρ. 12 του ν. 3863/2010, η προϋπόθεση της συμπλήρωσης πενταετούς έγγαμης συμβίωσης κάμπτεται και για τη συμπλήρωση της πενταετίας μπορεί να συνυπολογιστεί και η διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης, αν έχει προηγηθεί μακροχρόνια ελεύθερη συμβίωση των μετέπειτα συζύγων, κατά την οποία δεν ήταν δυνατή η τέλεση του γάμου εξαιτίας νομικού, αποκλειστικώς, κωλύματος, τελέστηκε δε ο γάμος μέσα σε εύλογο χρόνο από την εξάλειψη του κωλύματος αυτού. Αντιθέτως, δεδομένου ότι οι διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζονται προϋποθέσεις για την απονομή συνταξιοδοτικών παροχών είναι στενώς ερμηνευτέες, η απαίτηση να έχει συμπληρωθεί η πιο πάνω ελάχιστη διάρκεια γάμου δεν κάμπτεται αν η μη τέλεση γάμου αποτέλεσε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ζεύγους.
Δημοσιεύτηκε στον Οδηγό του Πολίτη (https://www.odigostoupoliti.eu)
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Νέα επιδείνωση θα παρουσιάσει ο καιρός με κατά τόπους ισχυρές βροχές, καταιγίδες, θυελλώδεις ανέμους…
Φορολοταρία ΑΑΔΕ. Κλήρωση Φεβρουαρίου 2026 με κέρδος έως 50.000 ευρώ Τις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου…
Πληρωμή συντάξεων: Πότε εμφανίζονται τα χρήματα των κύριων και επικουρικών συντάξεων Μαρτίου 2026 στα ΑΤΜ …
Ποιες εφαρμογές δηλώσεων κλείνουν για την εκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ 2026 Ενόψει της έναρξης των εργασιών…
Νέα δημοσκόπηση της εταιρείας GPO για το iefimerida.gr (16.2.2026) Στην πρόθεση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει…
Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Επιλογής Προσωπικού (EPSO) είναι ο κεντρικός φορέας προσλήψεων της ΕΕ. Διενεργεί διαγωνισμούς…