odigostoupoliti.eu
Κληρονομιά: Πότε είναι νόμιμη και έγκυρη η αποκλήρωση τέκνων και συζύγου
Αριθμός 990/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Ο Άρειος Πάγος κλήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα δημόσιας διαθήκης, με την οποία ο διαθέτης επέλεξε να αποκληρώσει τη σύζυγό του και τις δύο εκ των τριών θυγατέρων του, εγκαθιστώντας ως μοναδική καθολική διάδοχό του την τρίτη θυγατέρα του.
Σύμφωνα με την κρίση του η συμπεριφορά των αποκληρωθεισών θυγατέρων στοιχειοθετούσε την έννοια του «σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση» κατά του διαθέτη κατ’ άρθρο 1840 ΑΚ. Στο σκεπτικό της απόφασης υπογραμμίζεται ότι η τέλεση των αξιόποινων πράξεων της υπεξαίρεσης χρηματικών ποσών από κοινούς λογαριασμούς και της υπεξαγωγής τραπεζικών βιβλιαρίων, σε συνδυασμό με την επιδεικτική και πρωτοφανή αδιαφορία που επέδειξαν προς τον βαρέως πάσχοντα πατέρα τους, συνιστούν βαριά προσβολή του οικογενειακού δεσμού. Η συμπεριφορά αυτή, χαρακτηριζόμενη από αναλγησία και ηθική απαξία, κρίθηκε ότι υπερβαίνει το όριο της απλής ενδοοικογενειακής διένεξης και δικαιολογεί τη λήψη του επαχθούς μέτρου της αποκλήρωσης, καθώς ο διαθέτης δεν δεσμεύεται πλέον από την υποχρέωση κληρονομικής παροχής προς πρόσωπα που επέδειξαν τέτοια αχαριστία.
Για την αποκλήρωση της συζύγου, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και του θανάτου του διαθέτη, υφίστατο βάσιμος λόγος διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, κατ’ άρθρο 1852 ΑΚ, με υπαιτιότητα της συζύγου. Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η σύμπνοια της συζύγου με τις θυγατέρες στις παραπάνω έκνομες ενέργειες και η εγκατάλειψη του συζύγου της στις δυσχερείς στιγμές της υγείας του, κατέστησαν τη συμβίωση αντικειμενικά ανυπόφορη, παρέχοντας στον διαθέτη το νόμιμο δικαίωμα να την εξαιρέσει από την κληρονομική του διαδοχή.
Απόσπασμα απόφασης
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του παραπάνω άρθρου 1840 αριθ. 3 Α.Κ., ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του και αν αυτός “έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν απαιτείται να έχει καταδικασθεί ο κατιών από ποινικό δικαστήριο, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, που ερευνά το λόγο της αποκλήρωσης, εξετάζει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν τα στοιχεία κακουργήματος ή πλημμελήματος με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο. Το δικαστήριο κρίνει εάν το πλημμέλημα είναι “σοβαρό”, με βάση την εκάστοτε κρατούσα ηθική και κοινωνική αντίληψη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, “σοβαρό” πλημμέλημα από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης είναι, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας κ.α. κατά του διαθέτη ή του συζύγου του.
Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη) β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο “αποκληρώνω” ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.χ. “στερώ από τη νόμιμη μοίρα”) ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 Α.Κ., των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου αυτής. Σε περίπτωση δε αποκλήρωσης, ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας- αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και, επομένως, ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 766/2004). Εφόσον αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιάς του διαθέτη ή το ελλείπον και όχι την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αφού σκοπός του διαθέτη με την αποκλήρωση είναι να στερήσει στο νόμιμο μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του (Α.Π. 248/2023, Α.Π. 5/2019, 38/2016) .
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1842 Α.Κ. ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγο του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο διαθέτης για να έχει λόγο αποκλήρωσης του συζύγου του, πρέπει, κατά το χρόνο του θανάτου του, να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίου που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου, άσχετα αν είχε ασκήσει και σχετική αγωγή. Ενόψει των λόγων διαζυγίου που έχουν θεσπιστεί μετά την ισχύ του ν1329/1983 με το άρθρο 1439 Α.Κ., ως λόγος διαζυγίου που δικαιολογεί ήδη την αποκλήρωση κατά το πιο πάνω άρθρο 1842 Α.Κ., είναι μόνο ο ισχυρός κλονισμός του γάμου “από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου” κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., όπως και οι περιπτώσεις που ο κλονισμός του γάμου τεκμαίρεται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.
Κατά το άρθρο 1843 Α.Κ. ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ’ αυτή, χωρίς ο νόμος ν’ αξιώνει την λεπτομερή αναγραφή των γεγονότων, αλλά αρκεί η έκθεση περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν σε συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης, ενώ εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της (Α.Π. 1790/2009, ΑΠ 865/2006).
Έτσι, σε περίπτωση που ο αποκληρωθείς (σύζυγος, γονέας ή κατιών) εγείρει αγωγή, επικαλούμενος την ανυπαρξία ή την αναλήθεια του λόγου της αποκλήρωσής του, ο εναγόμενος, δηλαδή εκείνος που ωφελείται από τη διαθήκη που περιέχει τη διάταξη για την αποκλήρωση, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ή την αλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης (ΑΠ 1281/1993).
Το πλήρες κείμενο της απόφασης 990/2025 του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύτηκε στον Οδηγό του Πολίτη (https://www.odigostoupoliti.eu)
ΟΠΕΚΑ: Αιτήσεις στα ΚΕΠ για voucher 190 ευρώ για εκδρομές τεσσάρων (4) ημερών Από την…
ΕΥΔΑΠ: Κλήρωση προσκλήσεων για το EUROLEAGUE FINAL FOUR ATHENS 2026 Η ΕΥΔΑΠ σε βάζει στο…
Σημαντική αύξηση του πληθωρισμού τον Απρίλιο 2026 δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς αυξήθηκε 5,4%…
Οδικές Συγκοινωνίες (ΟΣΥ): Μόνιμες προσλήψεις προσωπικού ΠΕ, ΔΕ Πλήρωση με σειρά προτεραιότητας εξήντα δύο (62)…
Τι αλλάζει για το επίδομα των 300 ευρώ στις συντάξεις χηρείας: Συγκεκριμένα όπως εξήγγειλε ο…
ΔΥΠΑ: 900 θέσεις εργασίας διαφόρων ειδικοτήτων στην «Ημέρα Καριέρας». Ο Πειραιάς μετατρέπεται σε σημείο συνάντησης…