Τροποποιήσεις νόμου 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Τροποποιήσεις νόμου 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Κείμενο με τις κυριότερες τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 με συνοπτικό σχολιασμό που αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας

Οι κυριότερες τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015

Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις.

Άρθρο 47§2 ΚΠολΔ: Δεν προσβάλλεται πλέον με ένδικο μέσο απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο. (H νέα ρύθμιση πρέπει να ερμηνευτεί συνδυαστικά προς τις διατάξεις των άρθρ. 513§1(α) και 553§1(α), έτσι ώστε έφεση και αναίρεση να επιτρέπεται πλέον κατά των αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο όταν αυτό είναι κατώτερο, όχι όμως και ανώτερο από το δικαστήριο που παραπέμπει).



Άρθρο 79 ΚΠολΔ: Κύρια παρέμβαση χωρεί μόνο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Άρθρο 94§2 ΚΠολΔ: Παράσταση χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο προβλέπεται στις μικροδιαφορές και προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (Επομένως, υποθέσεις Ειρηνοδικείου που υπερβαίνουν το όριο των 5.000 ευρώ, οπότε δεν είναι μικροδιαφορές, απαιτούν πλέον δικηγόρο.
Ο επικείμενος κίνδυνος, προς αποτροπή του οποίου είναι δυνατή η παράσταση στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, αλλά συνέχεται με την αδυναμία παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εξ αιτίας ακριβώς της αδυναμίας αυτής δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του διαδίκου).

Άρθρο 115§§2&3 ΚΠολΔ: Υποχρεωτική η προφορική συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην εκούσια δικαιοδοσία με την επιφύλαξη των άρθρ. 237 και 238 ΚΠολΔ. (Αίρεται, δηλαδή, η υποχρεωτικότητα της προφορικής συζήτησης στην τακτική διαδικασία και η συζήτηση μεταβάλλεται σε τυπική. Η υπόθεση συζητείται και απόντων των διαδίκων, αρκεί να κατέθεσαν προτάσεις.)

Άρθρο 118 ΚΠολΔ: Προβλέπεται η υποχρεωτική αναγραφή επί των δικογράφων του αριθμού του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο. (Η υποχρέωση αναγραφής του αριθμού του φορολογικού μητρώου, σύμφωνα με την μάλλον κρατούσα μέχρι σήμερα νομολογία, δεν συνδέεται με την δικονομική κύρωση του απαραδέκτου).

Άρθρο 128§1 ΚΠολΔ: Οι επιδόσεις γίνονται σε ενήλικο σύνοικο, χωρίς άλλες διακρίσεις.

Άρθρο 143§1 ΚΠολΔ: Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι και αντίκλητος όχι μόνο μέχρι την επίδοση της οριστικής απόφασης, αλλά μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια

Άρθρο 208 -214, 214 Α-Γ ΚΠολΔ: Κατάργηση της απόπειρας συμβιβασμού από τον ειρηνοδίκη.

Άρθρο 215 ΚΠολΔ: Σύμφωνα με την ΚΠολΔ 215 §2 η αγωγή (τακτική διαδικασία) πρέπει να επιδίδεται στον εναγόμενο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της ή εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, εάν αυτός ή ομόδικός του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής. Η μη τήρηση των άνω προθεσμιών έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ανυπόστατη). (Η παράσταση του εναγομένου δεν επιφέρει ίαση του ανυπόστατου. Αντίθετα, στις ειδικές διαδικασίες, υποστηρίζεται στη θεωρία η άποψη, ότι επειδή κατ΄ άρθρο 591 §1 εδ. γ΄ ΚΠολΔ ο εναγόμενος μπορεί να εμφανισθεί κατά τη συζήτηση και να παραστεί αναπληρώνεται η σχετική έλλειψη της επίδοσης).

Άρθρο 223 ΚΠολΔ: Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής είναι δυνατός όχι μόνον με τις προτάσεις, αλλά και με δήλωση στα πρακτικά. Το ίδιο ισχύει και όταν ζητούνται τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής ή στην περίπτωση που ζητείται αντί γι’ αυτό που αρχικά ζητήθηκε άλλο ή το διαφέρον εξ αιτίας μεταβολής που επήλθε.

Άρθρο 228 ΚΠολΔ: Περιορισμός της προθεσμίας κλήτευσης των διαδίκων σε 30 ή 60 ημέρες αντί 60 και 90 ημερών κατά την προϊσχύουσα ρύθμιση [έτσι και επί ενδίκων μέσων (498§2) και ειδικών διαδικασιών (591§1(β), αντίθετα αύξηση του χρόνου κλήτευσης επί ανακοπής (585)· ως κλήτευση ισχύει (237§4) η εγγραφή στο πινάκιο].

Άρθρο 237 ΚΠολΔ: Μέσα στις εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής (ή 130 ημέρες σε περίπτωση διαμονής του εναγομένου στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής) οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν, εκτός από τις προτάσεις, τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται, το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής, καθώς και τα κατ΄ άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης. Ακολούθως, ορίζεται προθεσμία 15 επιπλέον ημερών για αμοιβαίες αντικρούσεις, οπότε κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας, δηλαδή μετά παρέλευση 115 ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ: Η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 237 §1 ΚΠολΔ προθεσμία των εκατό (100) ημερών από την κατάθεση της αγωγής (ή 130 ημερών σε περίπτωση διαμονής του εναγομένου στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής), που αφορά την κατάθεση των προτάσεων επί της αγωγής, εφαρμόζεται και για την κατάθεση των προτάσεων στις παρεπόμενες δίκες που ανοίγονται κατ΄ άρθρο 238 ΚΠολΔ με την άσκηση παρέμβασης, προσεπίκλησης και ανακοίνωσης δίκης.

Άρθρο 238 §1 εδ. α ΚΠολΔ: Παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης και ανταγωγές στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 237 ΚΠολΔ κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, προθεσμία που παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες εάν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής.

Άρθρο 254 ΚΠολΔ: Επανάληψη της συζήτησης είναι δυνατή και για τη διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων (μεταφέρεται η σχετική ρύθμιση από το καταργούμενο άρθρ. 270), αλλά και μαρτύρων αν κρίνεται απολύτως αναγκαία.

Άρθρο 260 ΚΠολΔ: Η πάροδος 60 ημερών από τη ματαίωση της συζήτησης χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης συνεπάγεται τη διαγραφή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα. (Ζητούμενο όμως παραμένει αν αίρονται και οι ουσιαστικές συνέπειες της αγωγής, όπως λ.χ. η υπερημερία ή η διακοπή της παραγραφής που επέφερε η άσκηση αγωγής (ΑΚ 261). Η ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 263 ΑΚ, κατά το οποίο κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή…, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, προβάλλει ως η προσφορότερη λύση).

Άρθρα 269 και 270 ΚΠολΔ: Καταργούνται.

Άρθρα 271 §3 και 272 §1 ΚΠολΔ: Οι προβλέψεις του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ (ερημοδικία εναγομένου) δεν άλλαξαν, ωστόσο η εφαρμογή του, όπως και της διάταξης του άρθρου 272 § 1 ΚΠολΔ (ερημοδικία ενάγοντος) επεκτάθηκαν και στη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με εξαίρεση τις εργατικές διαφορές, στο οποίο ισχύει το σύστημα της μονομερούς συζήτησης (άρθρο 621 §2 ΚΠολΔ).

Άρθρα 287§1, 297 ΚΠολΔ: Δήλωση διακοπής της δίκης και παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής είναι δυνατή και με τις προτάσεις· η παραίτηση, όμως από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου είναι, κατά τη νέα ρύθμιση του άρθρ. 294, δυνατή στην περίπτωση των άρθρ. 237 και 238 μόνο μέχρι την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο.

Άρθρο 340§1 ΚΠολΔ: Λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά και αυτά που δεν τους πληρούν -και μάλιστα όχι μόνον συμπληρωματικά, όπως όριζε η καταργούμενη σχετική διάταξη του άρθρ. 270§2-, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 & 394 (για το επιτρεπτό της εμμάρτυρης απόδειξης).

Άρθρο 393§1 ΚΠολΔ: Όριο για τον αποκλεισμό των μαρτύρων το ποσό των 30.000 € αντί των 20.000 €· αφορά και τα πρόσθετα σύμφωνα συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων.

Άρθρα 421 – 424 ΚΠολΔ: Αυξήθηκε ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε πέντε (5) ανά διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση. Η πρόβλεψη ισχύει και για τις ειδικές διαδικασίες. Για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης η νέα ρύθμιση απαιτεί επιπλέον του αναγκαίου περιεχομένου της κλήσης και την αναφορά στοιχείων του μάρτυρα, όπως ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας. Ένορκη βεβαίωση που λαμβάνεται κατά παράβαση των άρθρων 421 – 423 ΚΠολΔ δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε ακόμα και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η προθεσμία της κλήτευσης για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ορίζεται σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Για τον υπολογισμό της προθεσμίας δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε η ημέρα της επίδοσης της κλήσης, ούτε ημέρα της λήψης της ένορκης βεβαίωσης. (Οι νέες ρυθμίσεις τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής για κλήσεις προς λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μετά την 1.1.2016, έστω και εάν λαμβάνονται για αγωγές που έχουν ασκηθεί πριν από την 1.1.2016).

Άρθρο 468§1 ΚΠολΔ: Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης αγωγής σε υποθέσεις μικροδιαφορών.



ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα

Άρθρο 495§3 ΚΠολΔ: Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναψηλάφισης κατ’ αποφάσεων του ειρηνοδικείου.

Άρθρο 498§2 ΚΠολΔ: Προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων 30 ή 60 ημέρες· το ίδιο και ως προς την έφεση με παραπομπή από το άρθρο 524§1 στο άρθρ. 591§1(α) ΚΠολΔ.

Άρθρο 518§2 ΚΠολΔ: Προθεσμία για την άσκηση έφεσης, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, 2 αντί 3 χρόνια· το αυτό και ως προς την αναίρεση (564§3 ΚΠολΔ).

Άρθρο 524§2 ΚΠολΔ: Κατάθεση προτάσεων στο εφετείο έως την έναρξη της συζήτησης ακόμη και στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση.

Άρθρο 527 ΚΠολΔ: Οι περιπτώσεις του καταργημένου άρθρου 269 ΚΠολΔ παρατίθενται πλέον στο άρθρ. 527.

Άρθρο 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ: Λόγος αναψηλάφησης και η ψευδής ένορκη βεβαίωση.

Άρθρο 560 αριθ. 5&6 ΚΠολΔ: Νέοι λόγοι αναίρεσης κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείου, αντίστοιχοι με αυτούς από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

IV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες

Άρθρο 591 ΚΠολΔ: Ο χρόνος άσκησης παρέμβασης, προσεπίκλησης και ανακοίνωσης δίκης διαφοροποιείται σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρ. 238 ΚΠολΔ και ορίζεται σε 10 ή αναλόγως σε 5 ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης, κατά την οποία κατατίθενται και οι προτάσεις· μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται και προφορικά και καταχωρούνται στα πρακτικά (δηλαδή δεν αρκεί να περιέχονται στις προτάσεις)· ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης μόνο με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο 8 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημέρα συζήτησης της κύριας υπόθεσης· η συζήτηση στα πρωτοβάθμια δικαστήρια υποχρεωτικά προφορική· η εκδίκαση της ανακοπής, έφεσης και αναψηλάφησης γίνεται κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την κύρια υπόθεση.

Άρθρα 624 §2, 632 §6, 636 ΚΠολΔ: Καταργήθηκε ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής η διαμονή του καθ’ ού στην αλλοδαπή. Έτσι είναι πλέον δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής και κατά προσώπων που κατοικούν ή διαμένουν στην αλλοδαπή. Όταν ο καθού διαμένει ή κατοικεί στην αλλοδαπή η έναρξη της προθεσμίας της ανακοπής (άρθρα 632 και 633§2 ΚΠολΔ) συντελείται κατά το χρόνο που ολοκληρώνεται η επίδοση της διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με το δίκαιο της διαμονής ή κατοικίας του καθ’ ού ή κατ΄ άρθρο 636 ΚΠολΔ, κατά το χρόνο της πραγματικής επίδοσής της.

Άρθρο 632 §1 ΚΠολΔ: Η νέα ρύθμιση καθορίζει την καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, με βάση το ύψος της απαίτησης. Έτσι η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα κατανέμεται μεταξύ του ειρηνοδικείου, του μονομελούς πρωτοδικείου και του πολυμελούς πρωτοδικείου.

V. Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα

Άρθρο 682§1(β) ΚΠολΔ: Το άρθρ. 682§1 ΚΠολΔ επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης, ορίζοντας ωστόσο ότι το δικαίωμα μπορεί να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία. Ήδη με το νόμο 4335/2015 προστέθηκε στην ισχύουσα ρύθμιση ότι το ασφαλιστέο δικαίωμα μπορεί να αφορά και μέλλουσα απαίτηση , δηλαδή κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού καλύπτονται πλέον και τα δικαιώματα προσδοκίας, αρκεί να μπορεί να προσδιοριστεί η μέλλουσα απαίτηση ως προς το περιεχόμενό της και τον οφειλέτη.

Άρθρο 686§§1,5&6 ΚΠολΔ: Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν ασκείται πλέον προφορικά στο ειρηνοδικείο, αλλά μόνο με δικόγραφο. Περιορίζεται η δυνατότητα προφορικής παρέμβασης στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο μόνο όταν πρόκειται για πρόσθετη και όχι και για κύρια παρέμβαση.

Άρθρο 693 ΚΠολΔ: Επαναφέρεται η ρύθμιση που αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή τον ορισμό προθεσμίας για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση. Αν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών επιδώσει μέσα στην προθεσμία αυτή διαταγή πληρωμής.

Άρθρο 697 ΚΠολΔ: Το δικαστήριο της κύριας δίκης, και για όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία της, επιτρέπεται πλέον να ανακαλεί ή να μεταρρυθμίζει, ολικά ή εν μέρει, την απόφαση που όχι μόνο δέχεται την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και αυτή που την απορρίπτει.

Άρθρο 724 ΚΠολΔ: Παρέχεται η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης όχι μόνον προς εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε σε βάρος του οφειλέτη διαταγή πληρωμής, αλλά και οριστική απόφαση.

Άρθρο 729§5 ΚΠολΔ: Αυξάνεται από 30 σε 60 ημέρες με αφετηρία όχι τη δημοσίευση, αλλά την επίδοση πλέον της απόφασης που επιδικάζει προσωρινά απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά απόφαση κατά το άρθρ. 728§2, το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί η αγωγή για την κύρια υπόθεση.

Άρθρο 734§5 ΚΠολΔ: Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής αποκλείεται η ανάκληση της απόφασης όχι μόνο κατά το άρθρ. 696§2 (πρώην 696§3) ΚΠολΔ, αλλά ήδη και κατά το άρθρ. 697 ΚΠολΔ.



VIII. Βιβλίο όγδοο: Αναγκαστική εκτέλεση

Άρθρο 934 ΚΠολΔ: Η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπεται πλέον σε δύο στάδια:

Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ΚΠολΔ ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής, (β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Άρθρα 958 §2, 997 §5 ΚΠολΔ: Η αναγκαστική κατάσχεση κινητών και ακινήτων δεν εμποδίζει πλέον την κατάσχεσή τους και από άλλο δανειστή (σύστημα πολλαπλών κατασχέσεων).

Άρθρα 954 §2 στοιχ. ε και 993 §2 ΚΠολΔ: Ο πλειστηριασμός ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή.

Άρθρο 995 §1 ΚΠολΔ: Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο κατάσχεσης. Σύμφωνα με τις §§ 12,14 και 15 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 Ν.4335/2015: “12. Η διάταξη του άρθρου 993 παράγραφος 2 εδάφιο γ θα τεθεί σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από κοινή πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 1.6.2016 και θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, αν για το ακίνητο που κατάσχεται προβλέπεται αντικειμενική αξία για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η εκτίμηση δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Ήδη έχει εκδοθεί το ΠΔ 59/2016 (ΦΕΚ Α΄ 95/27.5.2016, «Τρόπος προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα πολιτικής Δικονομίας και καθορισμός του αρμοδίου οργάνου προσδιορισμού της αξίας»

Άρθρο 938 ΚΠολΔ (καταργηθέν): Το κενό που δημιουργήθηκε μετά την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ, δηλαδή της δυνατότητας χορήγησης αναστολής σε περίπτωση που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση και έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η νομολογία και η θεωρία τείνουν να αναπληρώσουν με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 731 ΚΠολΔ.

Στο παρόν σημείωμα, που αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, ελήφθησαν υπ’ όψιν οι παρατηρήσεις των κ. Δημητρίου Κράνη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, και Θεμιστοκλή Κλουκίνα, Δικηγόρου Αθηνών