Δεκτή αγωγή κατά Τράπεζας για ευθύνη στην αφαίρεση ποσού από λογαριασμό με ηλεκτρονική απάτη

Δεκτή αγωγή κατά Τράπεζας για ευθύνη στην αφαίρεση ποσού από λογαριασμό με ηλεκτρονική απάτη.

Ηλεκτρονική απάτη: Αφαίρεση από κοινό λογαριασμό 9.800 ευρώ. Αρχικά το Ειρηνοδικείο Αθηνών είχε απορρίψει την αγωγή κατά της Τράπεζας, αλλά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση και δέχτηκε την αγωγή, επιδίκασε και ηθική βλάβη.

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Έλλης Ιωάννας Παπαδάκη)

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1489/2026

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Απόσπασμα

[. . .]

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 10.05.2022 αγωγή τους, εξέθεταν ότι διατηρούν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην εναγομένη και ήδη-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, ενώ είναι και συνδρομητές στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής αυτής, προκειμένου να διενεργούν τραπεζικές συναλλαγές από απόσταση, με τη χρήση ατομικού κωδικού εισόδου (username) και ατομικού κωδικού πρόσβασης (password). Ότι, την 01η.03.2022 και ώρα 19:45, κάτω από τις περιστάσεις που ειδικότερα περιγράφουν στην αγωγή, άγνωστο άτομο απέκτησε, μέσω διαδικτύου, πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμού τους και μετέφερε συνολικά ποσό 9.800 ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ότι την συναλλαγή αυτή, την οποία δεν πραγματοποίησαν οι ίδιοι, δεν την έχουν εγκρίνει και ενημέρωσαν άμεσα σχετικά την εναγόμενη, ενώ την αμφισβήτησαν νόμιμα. Ότι για αυτή τη συναλλαγή ευθύνεται η εναγόμενη τράπεζα, που παραβίασε υπαιτίως τις υποχρεώσεις προστασίας απέναντι τους, μη λαμβάνοντας τα κατάλληλα τεχνικά μέτρα για την πρόληψη της εξαπάτησής τους, ενώ δεν έκανε τις αναγκαίες ενέργειες για την ακύρωσή της και την επιστροφή σε αυτούς του αφαιρεθέντος χρηματικού ποσού, αρνούμενη ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, ως παρόχου υπηρεσιών, τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας καταναλωτών καθώς και την αδικοπρακτική της ευθύνη, ζητούσαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σε έκαστο εξ’ αυτών το ποσό των 4.900 ευρώ (9.800/2) για τη-θετική ζημία που υπέστησαν με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επέλευσης του επιδίκου εμβάσματος, ήτοι από την 01.03η,2022, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 1.500 ευρώ σε έκαστο εξ’ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την προπεριγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητούσαν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

[. . .]

Αποδείχθηκε ότι η επίδικη συναλλαγή δεν ήταν γνήσια, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, γνήσια συναλλαγή δεν υφίσταται όταν ο χρήστης αγνοεί αυτή και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 4357/2018, αναφορικά με τη συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής, τέθηκαν για να προστατεύσουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέψουν τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ιδίως όταν το μέσο πληρωμών που αξιοποιήθηκε έχει υποκλαπεί από τον δράστη της απάτης και έχει χρησιμοποιηθεί παρανόμως και δίχως την έγκριση του χρήστη, αφού εκ των πραγμάτων μια τέτοια αθέμιτη παρέμβαση ο χρήστης την αγνοεί και δεν δύναται εξ αυτού του λόγου να θεωρηθεί γνήσια συναλλαγή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για να κριθεί το «εγκεκριμένο» μίας πράξεως πληρωμής θα αναζητηθεί αν η συναλλαγή έχει πράγματι γίνει από τον ίδιο τον πληρωτή ή από τρίτο πρόσωπο του κύκλου επιρροής του στο οποίο είχε παραχωρήσει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τους κωδικούς του και τη συσκευή του, και δεν είναι αρκετή η εικαζόμενη «έγκριση», ήτοι εκείνη που τεκμαίρεται από την τήρηση όλης της σειράς των διαδικασιών ταυτοποίησης, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, η οποία (τήρηση της διαδικασίας), όπως αναφέρεται στη διάταξη, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε πράγματι εγκρίνει την πράξη πληρωμής. Ούτε επίσης αποδεικνύει ότι ο χρήστης έχει ενεργήσει με δόλο ή δεν έχει εκπληρώσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 του σχετικού νόμου. Το γεγονός, δηλαδή, ότι εν προκειμένω, το ηλεκτρονικό σύστημα της εναγόμενης αναγνώρισε ως πληρωτές τους ενάγοντες δεν καθιστά «εγκεκριμένη» την πράξη πληρωμής, όπως συνάγεται από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 72 του ανωτέρω νόμου, καθώς αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων ουδέποτε χρησιμοποίησε την ηλεκτρονική υπηρεσία της εναγόμενης για τη μεταφορά κεφαλαίου από τον ως άνω λογαριασμό στον λογαριασμό τρίτου προσώπου σε τράπεζα του εξωτερικού

[. . .]

Πρέπει δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

 

Το πλήρες κείμενο της με αριθμό 1489/2026 Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

 

 

Δημοσιεύτηκε στον Οδηγό του Πολίτη (https://www.odigostoupoliti.eu)