- - -
Ads by Google
- - -

Παράνομες αναλήψεις από ATM μετά το θάνατο του δικαιούχου του λογαριασμού

Δεν αρκεί η δήλωση από τους κληρονόμους στην Τράπεζα μόνο του θανάτου, αλλά απαιτούνται και οι ενέργειες για ακύρωση της σύνδεσης του λογαριασμού με την κάρτα αναλήψεων

Παράνομες αναλήψεις με κάρτα από μηχανήματα αυτόματης συναλλαγής (ATM) με σύνδεση στον ατομικό λογαριασμό καταθέσεων του δικαιούχου, μετά το θάνατό του και σε χρόνο που προηγήθηκε εκείνου της δήλωσης απώλειας της κάρτας προς την εκδότρια τράπεζα. Η τράπεζα δεν ευθυνόταν έναντι των κληρονόμων του δικαιούχου του λογαριασμού, καθόσον λόγω της διαδικασίας έκδοσης και χορήγησης της κάρτας δεν υπήρχε δυνατότητα να γίνουν αντιληπτές οι παράνομες αναλήψεις, παρά μόνο αν είχε ζητηθεί αναλυτική κίνηση λογαριασμού, γεγονός όμως που δε συνέτρεξε. Η μη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού ή η μη αποδέσμευση της κάρτας αναλήψεων από αυτόν, με μόνη την πληροφόρηση του θανάτου και χωρίς σχετικό αίτημα των νομιμοποιούμενων προσώπων, δεν αποτελεί παράνομη παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας και συνεπώς δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας



Το πλήρες κείμενο της απόφασης του Αρείου Πάγου

Αριθμός απόφασης: 211/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Λ. – Π., κατοίκου …, 2) Ε. Λ. – Π. Κ., συζύγου Γ. Γ., κατοίκου … και 3) Μ. Λ. – Π. Κ., συζύγου Τ. Α., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κουτρομάνο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία “…………..”, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2419/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6063/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κανόνα δικαίου, αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, ή μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: “Στις 6- 10-2003 απεβίωσε στην Αθήνα ο Λ. – Π. Κ. και κατέλειπε τους ενάγοντες, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ειδικότερα την α’ εξ αυτών, ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, Μ. χήρα Λ.-Π. Κ., το γένος Δ. Ί. κατά ποσοστό 1/4, τους δε β’ , γ’ και δ’ εξ αυτών, τέκνα του, κατά ποσοστό ομοίως 1/4 τον καθένα, την δε κληρονομιά του αποδέχθηκαν οι ενάγοντες. Μεταξύ των στοιχείων της κληρονομιάς περιλαμβάνεται και η απαίτηση του κληρονομούμενου, ύψους 12.150.000 δρχ. ή 35.656,64 ευρώ κατά της εναγομένης, προερχόμενη από την κληρονομιά του προαποβιώσαντος την 15-5-2000 αδελφού του, Γ. Κ. του Α., του οποίου ο ως άνω κληρονομούμενος Λ.-Π. Κ. ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά την από 29-5-2000 δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς του από την μητέρα τους Μ. χήρα Α. Κ.. Ο ως άνω Λ.-Π. Κ. είχε ασκήσει κατά της εναγομένης την από 20-4-2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 4283/2006 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την αγωγή αυτή ως αόριστη. Την παραπάνω αξίωση του δικαιοπαρόχου τους ασκούν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή ως υπεισελθόντες στα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματά του. Ο ως άνω αποβιώσας, Γ. Κ. του Α., ήταν μοναδικός δικαιούχος δύο ατομικών ταμιευτικών λογαριασμών καταθέσεων που τηρούνταν στο υποκατάστημα …….. της εναγομένης και συγκεκριμένα των με αριθμό ….. λογαριασμών. Ο δεύτερος των εναγόντων, Α. Κ., ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πατέρα του Λ. – Π. Κ., προσήλθε στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης την 19-5-2000 και αφού ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι απεβίωσε ο θείος του Γ. Κ., ζήτησε αφενός να πληροφορηθεί τα υπόλοιπα των τραπεζικών του λογαριασμών, κατά την ημερομηνία θανάτου του (15-5-2000) και αφετέρου να του χορηγηθούν σχετικές περί τούτου βεβαιώσεις, προκειμένου ο Λ.-Π. Κ. να προβεί στη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς και στην έκδοση κληρονομητηρίου, που απαιτούνταν για την ανάληψη από αυτόν ως κληρονόμου των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους ως άνω λογαριασμούς. Τόσο ο κληρονόμος του θανόντος, όσο και ο δεύτερος των εναγόντων, δεν γνώριζαν ποιους συγκεκριμένους λογαριασμούς είχε ο θανών, ούτε ο δεύτερος των εναγόντων προσκόμισε βιβλιάρια λογαριασμών στην τράπεζα την 19-5-2000. Στις 24-5- 2000, όταν ο Α. Κ. προσήλθε για να παραλάβει τις βεβαιώσεις περί του υπολοίπου των ως άνω λογαριασμών, ο υπάλληλος της εναγομένης ακολούθησε τη διαδικασία χορήγησης υπολοίπου της ημέρας, δηλαδή πληκτρολόγησε το ονοματεπώνυμο του αποβιώσαντος, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν τα βιβλιάρια και δεν είχε ζητηθεί από τον Α. Κ. αναλυτική κίνηση των λογαριασμών και εμφανίσθηκαν οι αριθμοί των δύο ατομικών λογαριασμών του αποβιώσαντος και το υπόλοιπο του καθενός της 24-5-2000. Το υπόλοιπο αυτό της 24-5-2000, αποτυπώθηκε στις από 24-5- 2000 δύο βεβαιώσεις που χορηγήθηκαν στον δεύτερο των εναγόντων και ήταν για τον με αριθμό …. 24.839.590 δρχ. και για τον έτερο λογαριασμό με αριθμό ….. δρχ., 34.422.405. Από τη διατύπωση του κειμένου των ως άνω βεβαιώσεων προκύπτει ότι αυτές αναγράφουν το υπόλοιπο των λογαριασμών στις 24-5-2000 και όχι αυτό της ημερομηνίας θανάτου (15-5-2000) του Γ. Κ.. Μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 6626/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέτασσε τη χορήγηση κληρονομητηρίου στο Λ.-Π. Κ., στις 7-11-2000 προσήλθε εκ νέου ο δεύτερος ενάγων στο προαναφερθέν υποκατάστημα της εναγομένης με τα βιβλιάρια των ως άνω λογαριασμών και ζήτησε την ενημέρωσή τους, οπότε κατά την διαδικασία της ενημέρωσης, που έγινε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της εναγομένης, αποτυπώθηκαν στο βιβλιάριο διαδοχικές αναλήψεις που έγιναν από το λογαριασμό υπ’ αριθ. … με τη χρήση της υπ’ αριθ. … κάρτας ……., η οποία είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του αποβιώσαντος, από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης της εναγομένης, μετά το θάνατο του Γ. Κ., δηλαδή μετά την 15/5/2000 και έτσι το υπόλοιπο του ένδικου λογαριασμού ανερχόταν την 7-11- 2000 στο ποσό των 14.015.514 δρχ. Άμεσα ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος αγνοούσε την ύπαρξη της κάρτας, κάλεσε τον πατέρα του Λ. – Π. Κ., ο οποίος δήλωσε την απώλεια της κάρτας, όπως αποδεικνύεται από το από 7-11- 2000 δελτίο μεταβολής στοιχείων …… που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη και την ημερομηνία αυτή έγινε η αποσύνδεση του λογαριασμού υπ’ αριθ. … από την κάρτα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Κ. στις 23-2-1996 προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης ……. και ζήτησε και του χορηγήθηκε η ως άνω κάρτα ….., προκειμένου μέσω αυτής να πραγματοποιεί συναλλαγές στα μηχανήματα αυτόματης συναλλαγής (ATM) με σύνδεση στον υπ’ αριθ. … ατομικό λογαριασμό του. Ουδέποτε ο Γ. Κ. πραγματοποίησε αναλήψεις με την κάρτα αυτή, η οποία ενεργοποιήθηκε την 8-3-1996 και παρελήφθη και ο μυστικός αριθμός της από αυτόν και έληξε μετά από το πέρας διετίας από την έκδοση της, οπότε και ανανεώθηκε αυτόματα από την εναγομένη βάσει σχετικού όρου της συμβάσεως με τον αποβιώσαντα, με την αποστολή σε αυτόν νέας κάρτας προς αντικατάσταση της προηγούμενης και όλες οι αναλήψεις με αυτήν και μάλιστα επιτυχείς έγιναν μετά το θάνατο του, από πρόσωπο που είχε στην κατοχή του την κάρτα και το έγγραφο με το μυστικό αριθμό.

Ειδικότερα από την επομένη κιόλας ημέρα του θανάτου του Γ. Κ. πραγματοποιούνταν συνεχείς αναλήψεις (…τον αριθμό) από τον ως άνω λογαριασμό, ποσών ύψους από 50.000 δρχ. έως 400.000 δρχ. ημερησίως με αποτέλεσμα να αναληφθεί συνολικά το ποσό των 12.150.000 δρχ. έως την 7-11- 2000. Μεταξύ των ανωτέρω αναλήψεων περιλαμβάνονται και τέσσερις αναλήψεις που έγιναν την 16-5- 2000, οι δύο από αυτές, και την 23-5-2000 οι ετέρες δύο από αυτές, με ποσά ανάληψης 50.000 δρχ., 200.000 δρχ., 100.000 δρχ. και 200.000 δρχ. αντίστοιχα και συνολικά ποσού 550.000 δρχ. Για τις ως άνω αναλήψεις δεν προέκυψε ευθύνη της εναγομένης καθότι έγιναν με τη χρήση της προαναφερθείσας κάρτας από την 16-5-2000 έως την 3-11-2000, ενώ η απώλεια της κάρτας δηλώθηκε στις 7-11-2000 οπότε και έγινε η αποδέσμευση του λογαριασμού από την κάρτα. Η μη δέσμευση του επίμαχου λογαριασμού είτε στις 19-5-2000 είτε στις 24-5-2000 δεν αποτελεί παράνομη πράξη των οργάνων της εναγομένης, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο από τον δεύτερο ενάγοντα, ούτε άλλωστε μπορούσε αυτός να ζητήσει να δεσμευθεί ο λογαριασμός, διότι ήταν ατομικός λογαριασμός και ο δεύτερος ενάγων ή ο πατέρας του, που εκπροσωπούσε, δεν ήταν νομιμοποιημένοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Περαιτέρω είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης ενήργησαν παράνομα διότι αν και γνώριζαν τις παράνομες αναλήψεις απέκρυψαν αυτές, και έδωσαν ψευδή βεβαίωση για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, καθότι αποδείχθηκε ότι η ως άνω βεβαίωση είναι αληθής καθόσον αναφέρει το υπόλοιπο της ίδιας ημέρας κατά την οποία έγινε η έρευνα (24-5-2000) και όχι αυτό κατά την ημερομηνία του θανάτου του Γ. Κ. (15-5-2000), το οποίο και πράγματι ήταν και προκειμένου να χορηγηθεί η βεβαίωση αυτή ο υπάλληλος της εναγομένης πληκτρολόγησε τα στοιχεία του δικαιούχου και εμφανίστηκε το υπόλοιπο της ημέρας εκείνης, ενώ δεν εμφανίστηκαν οι κινήσεις του λογαριασμού, ώστε να διαπιστωθεί από τον υπάλληλο ότι είχαν μεσολαβήσει κινήσεις στον λογαριασμό μεταξύ του θανάτου του Γ. Κ. και της ημέρας εκείνης. Επομένως, δεν εκδόθηκε εν γνώσει των υπαλλήλων της εναγομένης ότι δεν ανταποκρινόταν στα ζητηθέντα και προς τον σκοπό παραπλανήσεως των κληρονόμων καθόσον λόγω της διαδικασίας εκδόσεως και χορήγησης της δεν υπήρχε δυνατότητα να γίνουν αντιληπτές οι ως άνω παράνομες αναλήψεις, μόνο δε αν είχε ζητηθεί αναλυτική κίνηση λογαριασμού από το δεύτερο ενάγοντα, την οποία όπως και ο ίδιος συνομολογεί δεν ζήτησε, θα είχαν διαπιστωθεί αυτές. Άλλωστε τόσο οι υπάλληλοι της εναγομένης, όσο και ο δεύτερος ενάγων, δεν είχαν λόγο να αμφιβάλλουν ότι το αναγραφόμενο στην ως άνω βεβαίωση υπόλοιπο ήταν το ίδιο με εκείνο της 15-5-2000, αφού γνώριζαν ότι ο μοναδικός δικαιούχος των λογαριασμών είχε αποβιώσει, ενώ ταυτόχρονα αγνοούσαν, ο μεν δεύτερος αυτήν καθαυτή την ύπαρξη της κάρτας αυτόματων συναλλαγών, οι δε υπάλληλοι της εναγομένης ότι αυτή είχε περιέλθει σε τρίτο μη δικαιούχο πρόσωπο, μαζί με τον μυστικό αριθμό. Περαιτέρω, ακόμα και αν η ως άνω βεβαίωση απεικόνιζε το υπόλοιπο του λογαριασμού της 15-5-2000 και όχι της 24-5-2000, όπως προέκυψε ότι πράγματι έγινε, δεν θα ήταν δυνατό να αποφευχθούν οι παράνομες αναλήψεις, καθότι όπως προαναφέρθηκε αυτές θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές μόνο αν είχε ζητηθεί αναλυτική κίνηση λογαριασμών από το δεύτερο ενάγοντα, πράγμα που όπως προαναφέρθηκε δεν ζήτησε, ενώ ούτε οι υπάλληλοι της εναγομένης έκριναν σκόπιμο να γίνει με δική τους πρωτοβουλία στο διάστημα από την 19-5-2000 έως την 24-5-2000, καθότι όπως προαναφέρθηκε ο μοναδικός δικαιούχος του λογαριασμού είχε αποβιώσει και δεν ανεμένετο κίνηση του λογαριασμού.

Συνεπώς, ενόψει του ότι δεν προέκυψε ότι ήταν σε γνώση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ως άνω παράνομες αναλήψεις και υπαιτίως τις απέκρυψαν από τους ενάγοντες, ούτε ότι εν γνώσει τους και με σκοπό παραπλάνησης των δικαιούχων του επίμαχου λογαριασμού εξέδωσαν την ανωτέρω επίδικη βεβαίωση με περιεχόμενο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη έκδοση βεβαίωσης που να απεικονίζει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού την ημέρα του θανάτου του Γ. Κ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες αναλήψεις, δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και επομένως εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ. 914 ΑΚ δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από τις ως άνω παράνομες αναλήψεις”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 3 του ν.δ της 17-7/13-8-1923, που οι αναιρεσείοντες (επιπλέον) επικαλούνται. Τούτο διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Ιουλίου 2014 αίτηση των 1)Α. Κ. του Λ.-Π., 2)Ε. θυγατέρας Λ.-Π. Κ., συζύγου Γ. Γ. και 3) Μ. θυγατέρας Λ.-Π. Κ., συζύγου Τ. Α., για αναίρεση της 6063/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ