Σύνταξη χηρείας (λόγω θανάτου). Υποχρεωτική πενταετής διάρκεια γάμου

Υποχρεωτική πενταετής διάρκεια γάμου για την χορήγηση σύνταξης χηρείας (λόγω θανάτου)

 

Σύμφωνη με το Σύνταγμα η πενταετής διάρκεια γάμου ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης του επιζώντος λόγω θανάτου του συζύγου του

 

ΣτΕ Α 1636/2022
Πρόεδρος : Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος

Κοινωνική ασφάλιση. Σύνταξη λόγω θανάτου. Τέλεση γάμου με συνταξιούχο του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Συνταγματική η κατ’ άρθρο 12 νόμου 3863/2010 προϋπόθεση της 5ετούς διάρκειας έγγαμης συμβίωσης πριν από την επέλευση του θανάτου του συνταξιούχου συζύγου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τον επιζώντα σύζυγο.

1. Με το άρθρο 12 του ν. 3863/2010, οι διατάξεις του οποίου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, διέπουν τη συνταξιοδότηση επιζώντος συζύγου αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος του θανάτου του άλλου συζύγου επήλθε μετά τις 15.7.2010, θεσπίστηκε ως προϋπόθεση για την απονομή σύνταξης στον επιζώντα σύζυγο ασφαλισμένου ή συνταξιούχου κάθε ασφαλιστικού φορέα, άρα και του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, ο γάμος μεταξύ του επιζώντος και του θανόντος συζύγου να έχει τελεστεί τουλάχιστον 3 έτη πριν από την επέλευση του θανάτου, αν ο θανών ήταν εν ενεργεία ασφαλισμένος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αντί 6 μηνών που οριζόταν στην παρ. 7 άρ. 28 α.ν. 1846/1951).

Η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου δεν απαιτείται αν ο θάνατος του αμέσως ασφαλισμένου οφείλεται σε ατύχημα, εργατικό ή μη, ή αν κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε, νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο ή, τέλος, αν η χήρα κατά τον χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διακόπηκε και γεννήθηκε ζων τέκνο.

Αν ο θανών ήταν ήδη συνταξιούχος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, η ελάχιστη διάρκεια γάμου ορίζεται σε τουλάχιστον 5 έτη (αντί 24 μηνών που οριζόταν στην παρ. 7 άρ. 28 α.ν. 1846/1951), εκτός αν κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε, νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο ή, τέλος, αν η χήρα κατά τον χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διακόπηκε και γεννήθηκε ζων τέκνο.

Η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου αποσκοπεί στη διασφάλιση του ασφαλιστικού κεφαλαίου των ασφαλιστικών φορέων και κατ’ επέκταση του συνόλου των ασφαλισμένων και συνταξιούχων τους από δαπάνες που συνδέονται με συντάξεις χορηγούμενες σε πρόσωπα που τελούν γάμο με μοναδικό σκοπό τη συνταξιοδότησή τους μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου συζύγου τους κατά καταστρατήγηση του θεσμού της σύνταξης επιζώντος συζύγου.

Η πενταετία ως ελάχιστη διάρκεια του γάμου αποτελεί πρόσφορο χρονικό περιορισμό για την αποτροπή τέλεσης εικονικών γάμων ή εν γένει γάμων με μοναδικό σκοπό τη μελλοντική συνταξιοδότηση, ο περιορισμός δε αυτός δεν είναι υπέρμετρος ούτε δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τούτο διότι, λαμβάνοντας υπόψη και τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, ιδίως τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό γυναικών που εργάζονται εκτός οικίας αλλά και την αύξηση των διαζυγίων και κατ΄ επέκταση τη μείωση του αριθμού των γάμων που διατηρούνται δια βίου, η πενταετία αποτελεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να δημιουργηθεί και να παγιωθεί μία κατάσταση οικονομικής αλληλεξάρτησης των συζύγων και να διαμορφωθεί ένα οικογενειακό επίπεδο διαβίωσης που χρήζει κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης.

Πέραν τούτου, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπονται εξαιρέσεις από τη συμπλήρωση της πενταετούς έγγαμης συμβίωσης, στην περίπτωση κατά την οποία από μικρής διάρκειας έγγαμη συμβίωση αποκτώνται (είτε με γέννηση είτε με υιοθεσία) παιδιά.

Εξάλλου, από καμία από τις συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις δεν απορρέει υποχρέωση του νομοθέτη να απονέμει κοινωνικοασφαλιστικές παροχές λόγω θανάτου σε κάθε πρόσωπο, με το οποίο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος διατηρεί δεσμούς αγάπης και συντροφικότητας. Περαιτέρω, ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο κατά τη διαμόρφωση του εύρους της έμμεσης κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας που παρέχεται μέσω των δημόσιων φορέων κοινωνικής ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με τον αμέσως ασφαλισμένο, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες και τους διαθέσιμους πόρους των φορέων αυτών. Η επιλογή δε του νομοθέτη να απονείμει με το άρ. 12 του ν. 3863/2010, όπως άλλωστε και με τις προϊσχύσασες διατάξεις, σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου μόνο σε πρόσωπο με το οποίο ο θανών είχε τελέσει γάμο (ή είχε καταρτίσει σύμφωνο συμβίωσης κατ’ άρ. 16 ν. 4387/2016) και όχι σε κάθε πρόσωπο που επικαλείται την ύπαρξη σχέσης με τα χαρακτηριστικά της ελεύθερης ένωσης με τον αποβιώσαντα δεν συνιστά αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος του συμβιούντος σε ελεύθερη ένωση ούτε υποβάθμιση αυτού. Τούτο διότι οι τελούντες σε ελεύθερη ένωση έχουν επιλέξει μία μορφή κοινής ζωής, η οποία, σε αντίθεση προς τον θεσμό του γάμου, δεν διέπεται από συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο ούτε συνιστά δημοσίως διατυπωμένη δέσμευση για την ίδρυση μίας σχέσης με διάρκεια και την ανάληψη αμοιβαίων υποχρεώσεων διατροφής μεταξύ των συντρόφων και συμβολής στις ανάγκες ενός κοινού (συζυγικού – οικογενειακού) οίκου.

Ειδικότερα, ο γάμος παραμένει ένας θεσμός ευρέως αναγνωρισμένος, ο οποίος παρέχει μία ιδιαίτερη νομική ιδιότητα σε εκείνους που τον συνάπτουν, με συνέπεια να παρίσταται δικαιολογημένη η διαφορετική μεταχείριση των έγγαμων και των τελούντων σε ελεύθερη ένωση.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρ. 12 του ν. 3863/2010, κατά το μέρος που διαφοροποιούν τα έγγαμα ζευγάρια από εκείνα που έχουν επιλέξει να συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας. Οι ίδιες διατάξεις δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας ούτε κατά το μέρος με το οποίο διαφοροποιούν τον επιζώντα σύζυγο που τέλεσε γάμο με εργαζόμενο (ασφαλισμένο) από τον επιζώντα σύζυγο που τέλεσε γάμο με συνταξιούχο, δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο κίνδυνος καταστρατηγήσεων των διατάξεων για τη συνταξιοδότηση επιζώντων συζύγων αν οι τελευταίοι τελούν γάμο με συνταξιούχους είναι αυξημένος και, ως εκ τούτου, ούτε οι ανωτέρω κατηγορίες προσώπων τελούν υπό όμοιες ή παρόμοιες συνθήκες.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρ. 12 του ν. 3863/2010, κατά το μέρος που με αυτές τάσσεται η έγγαμη συμβίωση ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και δεν αρκεί η επίκληση και απόδειξη συμβίωσης σε ελεύθερη ένωση δεν αντίκειται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρ. 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ν. 1426/1984), 10 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα (ν. 1532/1985) και 23 παρ. 1 και 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997).

2. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρ. 12 του ν. 3863/2010, η προϋπόθεση της συμπλήρωσης πενταετούς έγγαμης συμβίωσης κάμπτεται και για τη συμπλήρωση της πενταετίας μπορεί να συνυπολογιστεί και η διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης, αν έχει προηγηθεί μακροχρόνια ελεύθερη συμβίωση των μετέπειτα συζύγων, κατά την οποία δεν ήταν δυνατή η τέλεση του γάμου εξαιτίας νομικού, αποκλειστικώς, κωλύματος, τελέστηκε δε ο γάμος μέσα σε εύλογο χρόνο από την εξάλειψη του κωλύματος αυτού. Αντιθέτως, δεδομένου ότι οι διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζονται προϋποθέσεις για την απονομή συνταξιοδοτικών παροχών είναι στενώς ερμηνευτέες, η απαίτηση να έχει συμπληρωθεί η πιο πάνω ελάχιστη διάρκεια γάμου δεν κάμπτεται αν η μη τέλεση γάμου αποτέλεσε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ζεύγους.

 

 

 

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στον Οδηγό του Πολίτη (odigostoupoliti.eu). Επιτρέπεται η αναδημοσίευση (όχι αυτολεξεί) του περιεχομένου του παρόντος άρθρου, μόνο με αναφορά, με ενεργό σύνδεσμο (link)(https://www.odigostoupoliti.eu), της πηγής προέλευσης